THE 12

I have
just arrived
and this time there are too many goodbyes.

ΟΙ 12

έχω φτάσει
και αυτή τη φορά υπάρχουν πάρα πολλά αντίο.

In a series of black and white negatives shot in the dark of Winter in Nova Scotia, Robert Frank scratched the phrase:
sick of goodbys.

Once he printed the negatives he hung the photographs with pegs — like washing — on an outside clothesline.

Now that I’m back at the Monastery of Saint Georgios, at Mavrovouni*, I recall how ordinary both the photographs and their accompanying text seemed when I saw them 30 years ago… but not now, I’m getting sick of goodbyes, too:

goodbye to Pavli, who was killed in the Turkish invasion of 1974 —
goodbye to aunt Maroulla, who at 84 has to live with a crumbling
memory — and maybe
goodbye to Simeon, the Elder at the monastery, who is being
treated for bowel cancer

* The Monastery of Saint Georgios at Mavrovouni (Greek: Μονή του Αγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου) in the district of Larnaca, Cyprus, was built on the ruins of a 12th Century Byzantine church. Now there are the sounds of the 6 monks chanting, talking, going about their allotted tasks, the bells and the worshipers. The monastery is cradled in a valley. On the dry, brown hills behind the monastery is a military checkpoint. There is razor wire, guard dogs, military vehicles and Greek Cypriot conscripts with automatics yelling instructions to each other. Across from these young men is a no-man’s land, mined and barren. And on the opposite hills there are Turkish-Cypriot soldiers carrying automatics, in guard towers, yelling at each other behind the razor wire. A white helicopter with its blue UN markings monitors the zone between the two checkpoints. This is the green line. Some distance away, in front of the monastery, there is a bitumen road; and across from it there is a mine which produces the pigment, umber. The story goes that Vermeer insisted on Cypriot umber for his shadow areas. Around the mine there is a processing plant and heavy industrial equipment. So within this small space there are three distinct zones: the military, the spiritual and the commercial, and all three span huge chunks of time.

Σε μια σειρά από ασπρόμαυρες φωτογραφικές πλάκες που τις πήρε τα βάθη του Χειμώνα στη Nova Scotia, ο Robert Frank γρατσούνισε τη φράση:

βαρέθηκα τα αντίο.

Όταν εμφάνισε τις φωτογραφίες τις κρέμασε με μανταλάκια στο σχοινί — σαν ρούχα — για να στεγνώσουν.

Τώρα που είμαι πίσω στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, στο Μαυροβούνι, θυμούμαι πόσο απλοϊκές μου φάνηκαν πριν 30 χρόνια εκείνες οι φωτογραφίες και οι λέξεις που τις συνόδευαν… αλλά τώρα αρρωσταίνουν και μένα τα αντίο.

αντίο στον Παυλή που σκοτώθηκε στην τουρκική εισβολή του 1974 —
αντίο στη θεία Μαρούλα, που στα 82 της ζει με μια θρυμματισμένη
μνήμη — και ίσως
αντίο στον Σιμεών, τον Γέροντα στο μοναστήρι,
που πάσχει από καρκίνο των εντέρων


There’s a long wooden table in the dining room of the monastery.
On it, empty glasses and white plates, knives and forks,

a jar of olive oil
a bowl of fruit
three jugs of water
dates and
the day’s meal.

There are eight of us today.
It’s one o’clock in the afternoon.
Three extra places are set… in case.

We sit.
The Elder speaks the prayer. We eat.

— except for the recorded voice of the day’s lesson.


Στην τραπεζαρία του μοναστηριού είναι ένα μακρύ ξύλινο τραπέζι. Πάνω στο τραπέζι άδεια ποτήρια, άσπρα πιάτα, μαχαίρια και πιρούνια,

ένα βαζάκι με ελαιόλαδο,
τρεις κανάτες με νερό
χουρμάδες και
το φαγητό της ημέρας.

Είμαστε οχτώ σήμερα.
Η ώρα είναι μία το μεσημέρι.
Τρία επί πλέον καθίσματα έχουν τοποθετηθεί στο τραπέζι…
για κάθε ενδεχόμενο.

Ο Γέροντας λέει την προσευχή. Τρώγομε.

— εκτός από την ηχογραφημένη φωνή του σημερινού μαθήματος.

The CD spins me back — way back… until each of the three vacant places at the table are occupied by one of my goodbyes. I hold myself against their healing bones:

the room fills with sky
and I fall back
into all the love I’ve known.

My life set out from this island 67 years ago without me… that petal fell a long time ago — and has echoed like a judgement since.

Remember I say
and always begin at if;

at that clear
silver sound you heard
the first time you were here.

I know I will spend
a part of each day
away from here

putting these people
back together —
bone by delicate bone;

in this way
the bird will find its branch.

Το δισκάκι με παίρνει πίσω — πολύ πίσω… μέχρι που στο κάθε ένα από τα τρία κενά καθίσματα κάθεται και ένα από τα αντίο μου. Αγκαλιάζω τα θεραπευτικά τους οστά:

το δωμάτιο γεμίζει ουρανό
και γέρνω πίσω
μέσα σε όλη την αγάπη που έχω γνωρίσει.

Η ζωή μου ξεκίνησε από αυτό το νησί πριν 67 χρόνια χωρίς εμένα… εκείνο το ροδοπέταλο έπεσε χρόνια πριν — και η ηχώ του ακόμη ακούεται σαν καταδίκη.

Θυμήσου, λέω στον εαυτό μου,
και πάντοτε ξεκίνα με το αν·

σ’εκείνο τον καθαρό
μεταλλικό ήχο που άκουσες
την πρώτη φορά που ήσουν εδώ.

Ξέρω πως θα περάσω
μέρος της κάθε μέρας
μακριά απ’ εδώ

αυτούς τους ανθρώπους —
κοκαλο με κόκαλο·

μ’ αυτό τον τρόπο
το πουλί βρει το κλαδί του.

The voice from the spinning CD tells me — between a mouthful of white beans and rye bread — that if I’m content with what I am — then it’s not enough… I should look for the hand pointing the way — demanding things be in their rightful place… see what’s been there — forever. How many times have I heard that?

I’ve looked down
through my skin
to the wound I believe in most.

and seen a name
hanging there —

to the pieces of me
which have been

The table has been cleared… alone, I run my hand the length of the table. Beneath my hand, in the long grain of the pine, I find a sweet and prolonged forgiveness… (If a messenger from God was to appear and share the opening prayer with us tomorrow, then sit at the wooden table, next to the Elder and share our meal, I’m sure each one of us would be comfortable in his presence and the usual silence would make him welcome — certainly, no one would stare and no one would fumble for something to say — there would be no fussing, no exaggerated prostration or kneeling… only the established rituals.)

maybe what is here
is not the song
yet it sings!

Η φωνή από το περιστρεφόμενο δισκάκι μου λέει — μεταξύ μιας μπουκιάς από άσπρα φασόλια και κριθαρένιο ψωμί — ότι αν είμαι ικανοποιημένος με αυτό που είμαι — τότε δεν είναι αρκετό… πρέπει να ψάξω για το χέρι που δείχνει το δρόμο — που επιμένει το κάθε τι να είναι στην προκαθορισμένη του θέση… να δω τι υπήρχε εκεί — από παλιά. Πόσες φορές το έχω ακούσει αυτό;

Κοιτάζω κάτω
μέσα από το δέρμα μου
στην πληγή που πράγματι πιστεύω

και βλέπω ένα όνομα
να κρεμάται εκεί —
να καλεί

τα κομμάτια του εαυτού μου
που έχουν

Το τραπέζι καθαρίστηκε… μόνος, περνώ το χέρι μου κατά μήκος του τραπεζιού. Κάτω από το χέρι μου, στην αφή των μακρών σχημάτων του ξύλου, βρίσκω μια γλυκιά παρατεταμένη συγχώρεση… (Αν αύριο ένας αγγελιαφόρος του Θεού εμφανιζόταν για να μοιραστεί με μας την προσευχή του φαγητού, και καθόταν στο τραπέζι, δίπλα στο Γέροντα και μοιραζόταν το φαγητό μαζί μας, είμαι σίγουρος όλοι μας θα νιώθαμε άνετα με την παρουσία του και η συνηθισμένη σιωπή θα τον έκανε να νιώθει καλοδεχούμενος — και βέβαια, κανείς δεν θα τον κοιτούσε και δε θα έψαχνε για κάτι να πει — δε θα υπήρχε καμιά αμφιβολία για την καθιερωμένη τελετουργία και ούτε παρατεταμένες υποκλίσεις και γονατίσματα… βέβαια θα κάναμε το σταυρό μας και ο Γέροντας θα ρωτούσε τον αγγελιαφόρο να πει την προσευχή μετά το τέλος του φαγητού.)

ίσως αυτό που είναι εδώ
δεν είναι το τραγούδι
και όμως τραγουδά!


I took my book, Birds from Byzantium, from the monastery’s library. I set it down on a bed of dry palm fronds and stubble in a field where barley had just been harvested. Shaped like a door, it opened and the pages were covered in a cloud of ashes and dust… the pages turned into the life that set out from here all those years ago

All gods must learn to kill       says the book.

I have no word for death       says the book.

I don’t know how lives wear out       says the book.

With the turning of each page I became less visible to myself. I know
already the book will conclude that life is just another disappearing act:
the slow, patient trembling of a candle flame in a vast desert.

Sometimes a heart
from a blank page

it screams

yet it doesn’t break.


Πήρα το βιβλίο μου, Πουλιά του Βυζαντίου, από τη βιβλιοθήκη του μοναστηριού. Το έβαλα κάτω σε ένα στρώμα από ξηρά φύλλα φοινικιάς και αποκαλάμια σε ένα χωράφι όπου κριθάρι μόλις είχε θεριστεί. Σε σχήμα πόρτας, άνοιξε και οι σελίδες σκεπάστηκαν από νέφος στάχτης και σκόνης… οι σελίδες άρχισαν να πέρνουν τη μορφή της ζωής που ξεκίνησε από εδώ πριν όλα εκείνα τα χρόνια.

Όλοι οι θεοί πρέπει να μάθουν να σκοτώνουν       λέει το βιβλίο.

Δεν έχω λέξη για το θάνατο       λέει το βιβλίο.

Δεν ξέρω πως φθείρονται οι ζωές       λέει το βιβλίο.

Με κάθε σελίδα που γυρίζω, γίνομαι λιγότερο ορατός στον εαυτό μου. Το γνωρίζω ήδη, το βιβλίο θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ζωή είναι ένα τέχνασμα εξαφάνισης: το σιγανό τρεμούλιασμα μιας φλόγας κεριού σε μια απέραντη έρημο.

Κάποτε η καρδιά

μέσα από μια κενή σελίδα


αλλά δεν σπάει.


Swallows dart under the small bridge at the entrance to the monastery and when they re-appear, our souls — his and mine — hang like beads of river water from their feathers… a solitary swallow takes a moment and tells us emphatically, that its flying has nothing to do with

a formula, or
some secret data, or
a compass —

but everything to do with imagination; with dreaming.

Try it.
We burnt the maps
long time ago.

Says the swallow.

I watch it rehearse its archery in the clear sky.

I wish I could hitch this writing to its wings;


Χελιδόνια σκίζουν τον αέρα, κάτω από τη μικρή γέφυρα στην είσοδο του μοναστηριού και όταν εμφανίζονται πάλι, οι ψυχές μας — εκείνου και εμένα — κρέμονται σαν δροσοσταλίδες από τα φτερά τους… ένα μοναχικό χελιδόνι σταματά για μια στιγμή να μας πει με έμφαση ότι το πέταγμά του δεν έχει τίποτε να κάνει με

φόρμουλα, ή
μυστικά δεδομένα, ή
μια πυξίδα —

αλλά όλα γενικά με φαντασία· με ονειροπόλημα.

Δοκιμάστε το.
Κάψαμε τους χάρτες
πριν πολλά χρόνια

λέει το χελιδόνι.

Το βλέπω να δοκιμάζει τη τοξοβολία του στον καθαρό ουρανό.

Μακάρι να μπορούσα να κολλήσω αυτά τα λόγια στα φτερά του·

I wish that the clear and gentle air which the swallow brings could, for a few moments, waste our human substance, so the two of us could become
something else —

elegant words perhaps,
or even that clear silver
sound people listen for.

In the dry hills somewhere, a crow dives into a dead well. It resurfaces with blood on its beak. Don’t be afraid, the crow says the guns, the watchtowers, the land mines are a sign of people trying to scrape together a few seconds more. Be afraid, the crow says. Everything here is sharpened by ancient angers

and obscured by dogma & denial.

Its eyes
absorb the light
— all of it:

and from that darkness
a sparrow
with courage

a hundred times its size

and seizes a crumb.

Μακάρι ο καθαρός ήπιος αέρας που φέρνει το χελιδόνι να μπορούσε για λίγες στιγμές να διαλύσει την ανθρώπινή μας υπόσταση, ώστε και οι δυο μας να γίνουμε κάτι άλλο —

κομψά λόγια ίσως, ή ακόμη
εκείνος ο καθαρός μεταλλικός ήχος
που ο κόσμος αφουγκράζεται ν’ ακούσει.

Κάπου εκεί στους ξηρούς λόφους ένα κοράκι καταδύεται σε ένα ξεροπήγαδο και αναδύεται με αίμα στο ράμφος του. Μη φοβάστε, λέει το κοράκι, τα όπλα, τα φυλάκια, οι νάρκες είναι σημάδι ότι ο κόσμος προσπαθεί να μαζέψει μερικά ακόμη δευτερόλεπτα. Να φοβάστε, λέει το κοράκι. Όλα εδώ είναι ακονισμένα από αρχαίους θυμούς

και σκοτεινά από δόγμα & άρνηση.

Τα μάτια του
απορροφούν το φως
— όλο το φως:

και από εκείνο το σκοτάδι
ένας σπουργίτης
με κουράγιο

εκατό φορές το μέγεθός του

και αρπάζει ένα ψίχουλο.

THE 12

I’m not dead
but I am
standing very still —
staring at these 12 palm trees.

Yes, we need our lives somehow witnessed and what surer witnesses than these 12 — whose roots reach back to Jordan, Israel, Syria… to Byzantium! Ιt’s here where all the colours of the season heal into each other.

Now a dragonfly
beside the two of us

Go on, it says,
make a history
of my yellow eyes.

From the path
the Elder’s voice
joins the dragonflies

circles with them
around the palms
and comes back:

we smile
and share the applause
of the dry fronds;

ΟΙ 12

Δεν είμαι νεκρός
στέκομαι ακίνητος —
ατενίζοντας αυτά τα 12 φοινικόδενδρα.

Ναι, θέλομε οι ζωές μας να είναι κάπως πιστοποιημένες και ποιοι σιγουρότεροι μάρτυρες από αυτά τα 12 — με ρίζες που φτάνουν στην Ιορδανία, το Ισραήλ, τη Συρία … το Βυζάντιο! Εδώ είναι που όλα τα χρώματα της εποχής σμίγονται το ένα με το άλλο.

Τώρα μια λιβελούλα
δίπλα και των δύο μας

Ελάτε, λέει
κάνετε μια ιστορία
για τα κίτρινά μου μάτια.

Από το μονοπάτι
η φωνή του Γέροντα
ενώνεται με τις λιβελούλες

τριγυρίζει μαζί τους
γύρω από τους φοίνικες
και επιστρέφει,

και μοιραζόμαστε τα χειροκροτήματα
από τα ξηραμένα φύλλα·

this evening —
they’ve trapped
the moon —

later it will twist
itself free
and fall

like a tear
on the dry

And I’ll lie half awake
in a single bed—
knots in my fingers;

convinced nothing else could happen

but from the 12 trees
that rasping sound
pouring like salt:

shaping both of us.

And yes, at 73
I’m still learning
to tell this story.

How long can I go on quoting them?

αυτή τη βραδιά—
το φεγγάρι—

Αργότερα θα στιφογυρίσει
θα ελευθερωθεί
και θα πέσει.

σαν ένα δάκρυ
πάνω στους ξηρούς

Κι εγώ θα είμαι μισοκοιμισμένος
σε ένα μονό κρεβάτι—
με τα δάκτυλά μου σφιγμένα σε κόμβους.

σίγουρος ότι τιποτε άλλο δεν θα συνέβαινε

εκτός ο ήχος των φύλλων
απο τα 12 δένδρα,
πέφτοντας σαν αλάτι:

διαμορφώνοντας και τους δυο μας

Και ναί, στα 73 μου
μαθαίνω ακόμη πως
να λέω αυτή την ιστορία.

πόσο καιρό θα συνεχίσω να τα αναφέρω αυτά;


Purple blooms
just visible
in the evening light

& Prayer
are sisters

they ask
the same

yes, they use us
to sharpen their thorns:
I feel praised.

If I look up the path
towards the brown
wooden gate

I’ll find my shadow
— waiting

to greet his voice.


Πορφηρά άνθη
που μόλις διακρίνονται
στο βραδυνό φως

& Προσευχή
είναι αδερφές

τις ίδιες

ναι, μας χρησιμοποιούν
για να οξύνουν τα αγκάθια των:
νοιώθω παινεμένος.

Αν κοιτάξω εκεί στο μονοπάτι
προς το καστανόχρωμο
ξύλινο κάγκελο

θα βρω τη σκιά μου
— να περιμένει

να χαιρετίσει τη φωνή του.


It isn’t death that kills you…
he says

and in this evening light
he’s almost transparent:

touching him would be like
putting my hand inside a glass jar.

The mulberry tree beside the bridge shivers:
together we wait

its leaves close around us
like water.

This evening we’ve slowed
the spinning earth just by resting here

and touching
each other’s hand.

We understand now;
we don’t need to live great lives

—living the ones we’ve been given is enough—

how does that make this a better place?


Δεν είναι ο θάνατος που σε σκοτώνει…

και μες στο εσπερινό φως
είναι σχεδόν διάφανος:

αγγίζοντάς τον είναι σαν
να βάζω το χέρι μου μέσα σε γυάλινο βάζο.

Η μουριά δίπλα από τη γέφυρα τρέμει:
μαζί περιμένουμε

τα φύλλα της μας περικυκλώνουν
σαν νερό.

Αυτό το βράδυ ελαττώσαμε
την περιστροφή της γης απλά αναπαυόμενοι εδώ

και αγγίζοντας
ο ένας του άλλου το χέρι.

Τώρα καταλαβαίνουμε
πως δεν είναι ανάγκη να ζούμε μεγάλες ζωές

— ζώντας αυτές που μας έχουν δοθεί είναι αρκετό —

πώς εκείνο κάνει αυτό τον τόπο καλύτερο;


As if moving through silk, the moon glides in, and rests on these bone dry hills; they will stay, one beside the other — but I will lose him; and I have never really travelled towards any other country.

I don’t know the colour
of devotion — but whatever it is
I’m in it.

It’s enough though, isn’t it, to know that at dusk the moon brushed against us both like the ginger cat which sniffs for scraps outside the kitchen door, its nose, pink like the inside of a sea shell.

I’m a part of this now;
but I don’t know
if I’m living it right —

There’s nothing
shining hard enough
to show me

whose blood it is under my feet
and I can’t tell
where the false terrain begins:


Σαν κινούμενο μέσα σε μετάξι, το φεγγάρι γλιστράει απαλά, και αναπαύεται πάνω σ’ αυτούς τους ξηρούς λόφους· αυτοί θα μείνουν, ο ένας δίπλα στον άλλο —μα εγώ θα τον χάσω και πραγματικά ποτέ δεν ταξίδεψα πουθενά αλλού.

Δεν γνωρίζω το χρώμα
της αφοσίωσης – αλλά ό,τι και να ’ναι
είμαι κι εγώ μέσα.

Είναι αρκετό όμως, δεν είναι; να ξέρεις ότι στο σούρουπο το φεγγάρι άγγιξε απαλά τους δυο μας σαν τη γάτα που ψάχνει για αποφάγια έξω από τη πόρτα της κουζίνας, η μύτη της, κοκκινωπή όπως το εσωτερικό θαλασσινού όστρακου.

Είμαι κι εγώ μέρος αυτού τώρα
αλλά δεν ξέρω
αν το ζω σωστά —

Δεν υπάρχει τίποτα
που να φέγγει αρκετά δυνατά
να μου δείξει

ποιανού το αίμα είναι κάτω από τα πόδια μου
και ούτε μπορώ να πω
πού αρχίζει η απατηλή περιοχή:

what I can tell is
that his heart and my heart
have made room
for a


A frog croaks

from the same running water
I set my voice in
seven years ago.

Together we take the moment
and make it as smooth and as round
as this evening’s moon;

then again, the frog croaks.

The moment opens wide
— becomes big enough
to hold both the entire world

and the croaking of a clever frog:

who for the past seven years
had been a stone.

αυτό που μπορώ να πω είναι
ότι η καρδιά του και η δική μου
κάνανε χώρο
για ένα

καθώς πρέπει

Ένας βάτραχος κοάζει

από το ίδιο τρεχούμενο νερό
όπου έβαλα τη φωνή μου
πριν εφτά χρόνια.

Μαζί παίρνουμε μια στιγμή
και την κάνουμε όσο απαλή και στρογγυλή
είναι αυτής της βραδιάς· το φεγγάρι·

και πάλι, ο βάτραχος κοάζει.

και η στιγμή ανοίγει πλατιά
— γίνεται αρκετά μεγάλη
να χωρέσει όλο τον κόσμο

και το κόασμα ενός έξυπνου βατράχου:

που για τα τελευταία εφτά χρόνια
ήταν μια πέτρα.

Translated by Frixos Ioannides.

Peter Lyssiotis is a Cypriot-born writer, poet, photographer, photomonteur and book artist who has worked in the field of bookarts for over thirty years. His limited edition artist books have been purchased by private collectors, galleries and libraries throughout Australia, the US, Switzerland, France, The Netherlands and Cyprus.

Frixos Ioannides provided Greek translation and the digital drawings. Since arriving in Australia from Cyprus in 1968, he has exhibited widely, drawing inspiration from the environment.